- περιαράσσω
- περι-αράσσω, darumher od. darüber schlagen
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
περιαράσσω — και περιαράττω Α συντρίβω εντελώς σε τεμάχια. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + ἀράσσω «χτυπώ, συντρίβω»] … Dictionary of Greek
περιαράξαι — περιαράσσω break all in pieces aor inf act περιαράξαῑ , περιαράσσω break all in pieces aor opt act 3rd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περιαράσσεσθαι — περιαράσσω break all in pieces pres inf mp … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περιαράττοντος — περιαράσσω break all in pieces pres part act masc/neut gen sg (attic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)